μονάρχης

ουσιαστικό

1. Άτομο που ασκεί την ανώτατη κυριαρχία σε μοναρχικό κράτος, διαθέτοντας τίτλο όπως βασιλιάς ή βασίλισσα και συνήθως αποκτώντας τη θέση κληρονομικά.

2. Ο τίτλος ή η θεσμική θέση της ανώτατης αρχής στο πλαίσιο ενός μοναρχικού συστήματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μονάρχης στέφθηκε χθες παρουσία ξένων ηγετών.
  • Οι υπήκοοι φοβούνταν να αμφισβητήσουν τον μονάρχη.
  • Ο μονάρχης είναι μια πεταλούδα γνωστή για τις μαζικές μεταναστεύσεις της.
  • Στον χώρο της τεχνολογίας, ο πρωτοπόρος αυτός θεωρείται μονάρχης των καινοτομιών.
  • Μετά την επανάσταση, ο μονάρχης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το θρόνο.