μετρημένα
επίθετο1. Που έχει περιορισμένο ή συγκεκριμένο αριθμό και μπορεί να μετρηθεί ή να απαριθμηθεί.
2. Που εκφράζεται με μέτρο και χωρίς υπερβολές, με συγκράτηση στον λόγο ή στη συμπεριφορά.
Συνώνυμα
συγκρατημένα αριθμημένα υπολογισμένα ελεγχόμενα ψύχραιμα συνετά σκόπιμα συγκροτημένα προσεκτικά διακριτικά επιφυλακτικά μεθοδικά συντεταγμένα συντηρητικά περιορισμένα ήσυχα
Αντώνυμα
αυθόρμητα παρορμητικά ασυγκράτητα ανεξέλεγκτα απερίσκεπτα απρόσεκτα υπερβολικά αδιάκριτα επιπόλαια σφοδρά τρελά βίαια εξωφρενικά ανοιχτά επικίνδυνα
Παραδείγματα χρήσης
- Μίλησε με μετρημένα λόγια.
- Τα λεφτά στο πορτοφόλι είναι μετρημένα.
- Τα κουκιά πάνω στο τραπέζι ήταν μετρημένα.
- Προχώρησε με μετρημένα βήματα προς την έξοδο.
- Τα δευτερόλεπτα μέχρι την εκκίνηση ήταν μετρημένα.