μελετώ
ρήμα1. Ασχολούμαι συστηματικά και μεθοδικά για την απόκτηση, την κατανόηση ή την εμβάθυνση γνώσεων πάνω σε ένα θέμα, κείμενο ή επιστημονικό αντικείμενο.
Συνώνυμα
μελετάω διαβάζω σπουδάζω ερευνώ διερευνώ εξετάζω αναλύω εμβαθύνω εντρυφώ ανασκοπώ μαθαίνω σχεδιάζω σκέπτομαι αναλογίζομαι ψάχνομαι σκέφτομαι συλλογίζομαι παρατηρώ ψάχνω καταπιάνομαι καταγίνομαι στοχάζομαι σκαλίζω εξερευνώ τσεκάρω παρακολουθώ ασχολούμαι διαλογίζομαι προσέχω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ μελετώ το μάθημα κάθε βράδυ πριν τις εξετάσεις.
- Στη βιβλιοθήκη μελετώ ένα αρχαίο χειρόγραφο.
- Στην έρευνα μελετώ προσεκτικά τα δεδομένα.
- Για να βελτιώσω το προϊόν μελετώ τη συμπεριφορά των πελατών.
- Πάντα μελετώ τον χάρτη πριν ξεκινήσω το μονοπάτι.
- Πριν πάρω μια απόφαση μελετώ τις πιθανές συνέπειες.