σπουδάζω
ρήμα1. Ασχολούμαι με συστηματική μάθηση σε σχολείο, πανεπιστήμιο ή άλλη εκπαιδευτική δομή, με στόχο την απόκτηση γνώσεων, δεξιοτήτων ή τίτλου σπουδών.
2. Εξετάζω και μαθαίνω προσεκτικά ένα θέμα μελέτης ή αντικείμενο, για να το κατανοήσω σε βάθος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τώρα σπουδάζω στο πανεπιστήμιο.
- Η Μαρία σπουδάζει ιατρική.
- Οι αδελφοί μου σπουδάζουν στο εξωτερικό.
- Αν θέλεις να περάσεις τις εξετάσεις, πρέπει να σπουδάζεις συστηματικά.
- Σπουδάζουμε μαζί κάθε απόγευμα στη βιβλιοθήκη.