μαζεύομαι
ρήμα1. Μετακινούμαι προς κοινό σημείο ή βρίσκονται πολλά άτομα ή αντικείμενα κοντά το ένα στο άλλο, ώστε να σχηματίζουν ομάδα ή σύναξη.
Συνώνυμα
συγκεντρώνομαι συναθροίζομαι μαζεύω συλλέγω συσπειρώνομαι ενώνομαι σμίγω συνέρχομαι περισυλλέγομαι συγκεντρώνω συνενώνομαι σοβαρεύομαι αναιρούμαι συγκροτούμαι τακτοποιούμαι συσκευάζομαι συνάγομαι συλλέγομαι αποτραβιέμαι συρρικνώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε Κυριακή μαζευόμαστε στην πλατεία για καφέ.
- Το χιόνι μαζεύεται στις άκρες του δρόμου μετά την καταιγίδα.
- Την Παρασκευή μαζεύτηκα με τους συναδέλφους για να ετοιμάσουμε την παρουσίαση.
- Οι ελιές μαζεύονται το φθινόπωρο από τους εργάτες.
- Πρέπει να μαζευτείς και να τελειώσεις τη δουλειά χωρίς περισπασμούς.