μάρτυρας

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που βλέπει, ακούει ή έχει άμεση γνώση ενός γεγονότος και μπορεί να το περιγράψει ή να το βεβαιώσει.

Συνώνυμα

μάρτυς καταθέτης αυτόπτης ομολογητής παρατηρητής θεατής πληροφοριοδότης

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μάρτυρας περιέγραψε στο δικαστήριο όσα είδε το βράδυ του εγκλήματος.
  • Η μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει για το τροχαίο ατύχημα.
  • Ο μάρτυρας της πίστης βασανίστηκε και αργότερα τιμήθηκε ως ήρωας από την κοινότητα.
  • Ο μάρτυρας είπε ότι είδε το πλοίο να βυθίζεται ως αποτέλεσμα της έκρηξης.
  • Ο χρόνος είναι μάρτυρας των προσπαθειών και των αλλαγών που φέρνουν τα γεγονότα.