λυπάμαι
ρήμα1. Νιώθω λύπη ή μεταμέλεια για ένα γεγονός, μια κατάσταση ή πράξη, εκδηλώνοντας εσωτερική θλίψη.
2. Εκφράζω λεκτικά ή με τη συμπεριφορά τη στενοχώρια ή την απογοήτευσή μου προς κάποιον ή για κάτι.
Συνώνυμα
λυπούμαι στενοχωριέμαι στενοχωρούμαι μετανιώνω θλίβομαι στεναχωριέμαι συλλυπούμαι συμπονώ πενθώ νιώθω συγκινούμαι πληγώνομαι οδύρομαι οικτίρω συμπάσχω θρηνώ αναστενάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μόλις άκουσα τα νέα και λυπάμαι πολύ για την απώλειά σου.
- Δυστυχώς, λυπάμαι που χάσαμε την πτήση.
- Σας ευχαριστώ για την πρόταση, αλλά λυπάμαι, δεν μπορούμε να την αποδεχτούμε.
- Βλέπω τα παιδιά που δεν έχουν παιχνίδια και λυπάμαι γι' αυτά.
- Ήθελα να το διορθώσω χθες, λυπάμαι που σε πλήγωσα.
- Στέλνω αυτό το μήνυμα γιατί λυπάμαι για την καθυστέρηση στην απάντησή μου.