λαίλαπα
ουσιαστικό1. Ισχυρή, συχνά καταστροφική θύελλα, ανεμοστρόβιλος ή καταιγίδα που προκαλεί εκτεταμένες ζημιές.
2. Μεταφορικά, έντονη, βίαιη και αναστατωτική δύναμη ή κατάσταση που επιφέρει μεγάλες ανατροπές, καταστροφή ή μεγάλη ταραχή.
Συνώνυμα
θύελλα καταιγίδα τρικυμία τυφώνας κυκλώνας φουρτούνα τσουνάμι χαλασμός όλεθρος καταστροφή σφαγή πυρκαγιά μπουρίνι κατακλυσμός σάρωμα επιδρομή καταιγισμός οδοστρωτήρας βροχή άνεμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λαίλαπα χτύπησε τις ακτές και προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές.
- Η οικονομική λαίλαπα άφησε πολλές οικογένειες στο χρέος.
- Η λαίλαπα του πολέμου κατέστρεψε πόλεις και ζωές.
- Ο χωρισμός της προκάλεσε μια λαίλαπα συναισθημάτων που δεν μπορούσε να ελέγξει.
- Η φωτιά εξαπλώθηκε σαν λαίλαπα στο ξηρό δάσος.