βροχή
ουσιαστικό1. Σταγόνες νερού που σχηματίζονται στα σύννεφα και πέφτουν στην επιφάνεια της γης εξαιτίας της βαρύτητας, μορφή ατμοσφαιρικού κατακρημνίσματος.
Συνώνυμα
υετός όμβρος βροχόπτωση μπόρα ψιχάλα ψιλόβροχο βροχούλα βρεχτούρα νεροποντή μπουρίνι καταιγισμός καταιγίδα χαλάζι λαίλαπα κακοκαιρία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η βροχή έπεφτε απαλά όλο το απόγευμα.
- Η βροχή θα ενταθεί το βράδυ, σύμφωνα με την πρόγνωση.
- Πήραμε ομπρέλες γιατί η βροχή ξεκίνησε ξαφνικά.
- Μια βροχή χειροκροτημάτων ξέσπασε όταν τελείωσε η συναυλία.
- Μετά το σκάνδαλο υπήρξε βροχή καταγγελιών.