λήθη
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία αναμνήσεις, πληροφορίες ή γνώσεις δεν διατηρούνται ή παύουν να είναι προσβάσιμες στη συνείδηση ενός ατόμου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λήθη σκεπάζει τις παλιές πληγές με τον καιρό.
- Η νόσος προκάλεσε στους ασθενείς σοβαρή λήθη.
- Οι μαρτυρίες για το περιστατικό έπεσαν γρήγορα στη λήθη.
- Βούτηξε στη λήθη για να ξεφύγει από τα τραύματά του.
- Η πολιτική αδιαφορία οδηγεί στη λήθη της συλλογικής μνήμης.