κρυπτικός

επίθετο

1. Που εκφράζεται με τρόπο ασαφή ή δυσνόητο, καθιστώντας το νόημα δύσκολο να εξακριβωθεί άμεσα.

2. Που κρύβει ή αποκρύπτει πληροφορίες, προθέσεις ή χαρακτηριστικά, με τρόπο που τα καθιστά δύσκολα αντιληπτά ή ερμηνεύσιμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φίλος του χαμογέλασε με ένα κρυπτικό βλέμμα.
  • Η απάντησή της ήταν τόσο κρυπτική που κανείς δεν κατάλαβε τι εννοούσε.
  • Το μήνυμα στο χαρτί ήταν γραμμένο με κρυπτικά σύμβολα.
  • Στο παιχνίδι δόθηκε μια κρυπτική ένδειξη που οδηγούσε στη λύση.
  • Οι αναλύσεις έδειξαν ένα κρυπτικό μοτίβο στα δεδομένα.