κρασί

ουσιαστικό

Αλκοολούχο ποτό που προκύπτει από τη ζύμωση του χυμού σταφυλιών, με διάφορες ποικιλίες και χαρακτηριστικά γεύσης, αρώματος και χρώματος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το κρασί που φέραμε είναι κόκκινο και ξηρό.
  • Πίνουμε κρασί με το φαγητό κάθε Κυριακή.
  • Στον γάμο σέρβιραν πολύ κρασί και όλοι διασκέδασαν.
  • Πρόσθεσα λίγο κρασί στη σάλτσα για να δώσω βάθος στη γεύση.
  • Το κρασί εκείνης της χρονιάς είχε εξαιρετικό άρωμα και σώμα.