ασκός
ουσιαστικό1. Σάκος κατασκευασμένος από δέρμα ή άλλο ευέλικτο υλικό, που χρησιμοποιείται για την αποθήκευση και μεταφορά υγρών, όπως κρασί ή νερό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ασκός ήταν γεμάτος κρασί και κρεμόταν στο σακί του βοσκού.
- Ο σιδηρουργός χρησιμοποίησε τον ασκό για να δυναμώσει τη φωτιά.
- Πάντοτε έβαζε νερό στον ασκό πριν φύγει για το ταξίδι.
- Οι ασκοί του Αιόλου άνοιξαν όταν ξεκίνησε η θύελλα.
- Στο μουσείο υπήρχε ένας παλιός ασκός από δέρμα, κατασκευασμένος τον 18ο αιώνα.