λάδι
ουσιαστικό1. Υγρή, λιπαρή ουσία που εξάγεται από φυτικούς καρπούς ή σπέρματα ή από ζωικές πηγές και χρησιμοποιείται ως τρόφιμο, για μαγείρεμα και ως βάση σε σάλτσες και ντρέσινγκ.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρόσθεσε λίγο λάδι στη σαλάτα.
- Πρέπει να αλλάξουμε το λάδι του αυτοκινήτου.
- Το μηχάνημα χρειάζεται λάδι για να μη σφηνώνει.
- Άναψαν τη λάμπα με λάδι.
- Με τα λόγια του έριξε λάδι στη φωτιά.