κρίσιμος
επίθετο1. Που έχει καθοριστική σημασία για την έκβαση ή την πορεία μιας κατάστασης, απόφασης ή ενέργειας.
2. Που βρίσκεται σε κρίσιμη φάση ή χρονικό σημείο, όπου απαιτείται άμεση προσοχή ή απόφαση λόγω αυξημένου ρίσκου ή σημασίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κρίσιμη στιγμή για την ομάδα έφτασε στον τελικό.
- Η κατάσταση του ασθενούς είναι κρίσιμη, χρειάζεται άμεση φροντίδα.
- Έγινε ένα κρίσιμο λάθος κατά την εισαγωγή των δεδομένων.
- Η γνώμη του ειδικού ήταν κρίσιμη για την απόφαση της διοίκησης.
- Το επόμενο τρίμηνο είναι κρίσιμο για την επιβίωση της επιχείρησης.