κουβάρι
ουσιαστικό1. Σφαιρική ή συμπαγής συσσωμάτωση από νήμα, κλωστή ή κορδόνι, σχηματισμένη ώστε τα άκρα να βρίσκονται μέσα και να μπορεί να ξετυλιχτεί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έπιασα το κουβάρι και άρχισα να πλέκω.
- Τα καλώδια έγιναν κουβάρι μέσα στο συρτάρι.
- Ο γάτος κοιμόταν κουλουριασμένος σαν κουβάρι πάνω στο χαλί.
- Η υπόθεση μπλέχτηκε σε ένα κουβάρι από έγγραφα και κανόνες.
- Τα συναισθήματά της έγιναν κουβάρι μετά τα νέα.