κηρύσσω
ρήμα1. Εκφέρω δημόσιο ή επίσημο λόγο με σκοπό να ενημερώσω, να προσελκύσω την προσοχή ή να διαδώσω ένα μήνυμα σε ευρύ ακροατήριο.
2. Εκφωνώ θρησκευτικό ή δογματικό λόγο με στόχο τη διδασκαλία, την παρότρυνση στην πίστη ή την τελετουργική λατρεία.
Συνώνυμα
ανακοινώνω διακηρύσσω ανακηρύσσω δηλώνω αναγγέλλω γνωστοποιώ δημοσιοποιώ προκηρύσσω προαγγέλλω καθιστώ εκφωνώ απαγγέλλω διαλαλώ δημοσιεύω αναφέρω λέω διατυπώνω καταγγέλλω ξεκαθαρίζω φωνάζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως παπάς, κηρύσσω κάθε Κυριακή την αγάπη και τη συγχώρεση.
- Ο δήμαρχος κηρύσσει κατάσταση εκτάκτου ανάγκης μετά τις πλημμύρες.
- Χθες ο πρόεδρος κήρυξε επίσημα τον πόλεμο.
- Τα αποτελέσματα των εκλογών κηρύσσονται αύριο από το Πρωτοδικείο.
- Ο ποιητής κηρύσσει την ελπίδα μέσα από τους στίχους του.