κηδεμόνας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που έχει την επιμέλεια και την υπεύθυνη φροντίδα ανηλίκου ή ατόμου που δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί, με εξουσίες για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την προσωπική του ζωή και τη διαχείριση της περιουσίας του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κηδεμόνας του παιδιού υπέγραψε τη συγκατάθεση για το σχολικό ταξίδι.
- Ο κηδεμόνας του ηλικιωμένου έχει την ευθύνη για την ιατρική του περίθαλψη και τις οικονομικές αποφάσεις.
- Ο κηδεμόνας του μουσείου φροντίζει για τη συντήρηση και την ασφάλεια των εκθεμάτων.
- Ο κηδεμόνας των τοπικών παραδόσεων φροντίζει να διατηρούνται τα έθιμα.
- Την εκδρομή συνόδευσε ο κηδεμόνας για λόγους ασφαλείας.