καυτός
επίθετο1. Που έχει πολύ υψηλή θερμοκρασία ή προκαλεί έντονη αίσθηση θερμότητας.
2. Που προκαλεί έντονο ενδιαφέρον, αγωνία ή ενθουσιασμό για κάποιο γεγονός, θέμα ή κατάσταση.
3. Που προκαλεί έντονη ερωτική έλξη ή θεωρείται ιδιαιτέρως ελκυστικός.
Συνώνυμα
σέξι θελκτικός ζεστός θερμός ερωτικός φλέγων σαγηνευτικός καυλωτικός καυτερός πικάντικος φλογερός πύρινος επίκαιρος προκλητικός έντονος επείγων έκτακτος ελκυστικός κρίσιμος αισθησιακός περιζήτητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρόσεξε, ο καφές είναι καυτός.
- Σήμερα ο ήλιος είναι καυτός και όλοι ψάχνουν σκιά.
- Το νέο άρθρο είναι καυτό και προκάλεσε άμεση αντίδραση από την κυβέρνηση.
- Η ταινία περιείχε μια καυτή σκηνή που προκάλεσε συζητήσεις.
- Την εποχή των εκπτώσεων, τα προϊόντα γίνονται καυτά και εξαφανίζονται γρήγορα.
- Η περιοχή μετατράπηκε σε καυτό σημείο διαφωνίας μεταξύ των κατοίκων.