κατευνάζω
ρήμα1. Ενεργώ ώστε να μειωθεί η ένταση, ο θυμός ή η ανησυχία σε πρόσωπο ή ομάδα, φέρνοντας μεγαλύτερη ηρεμία.
2. Προκαλώ μείωση της έντασης ή της σοβαρότητας ενός φαινομένου ή προβλήματος, καθιστώντας το πιο ελεγχόμενο ή ήρεμο.
Συνώνυμα
καταπραΰνω εξευμενίζω ηρεμίζω καθησυχάζω ησυχάζω παρηγορώ μετριάζω πραΰνω ανακουφίζω ειρηνεύω καταλαγιάζω ηρεμώ χαλιναγωγώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μαθαίνω να κατευνάζω ένα ανήσυχο μωρό με απαλές κινήσεις.
- Προσπαθώ να κατευνάζω τα νεύρα μου με βαθιές αναπνοές όταν αγχώνομαι.
- Κατάφερα να κατευνάζω το πλήθος με ψύχραιμα λόγια.
- Το φάρμακο με βοηθάει να κατευνάζω τον πόνο μετά την επέμβαση.
- Διάβασα ένα βιβλίο που με βοήθησε να κατευνάζω τις τύψεις μου.