καταναλώτρια
ουσιαστικό1. Γυναίκα που αγοράζει, χρησιμοποιεί ή καταναλώνει αγαθά και υπηρεσίες για προσωπική, οικογενειακή ή επαγγελματική χρήση.
2. Οντότητα, οργανισμός ή συσκευή που καταναλώνει ενέργεια, πρώτες ύλες ή άλλους πόρους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καταναλώτρια επέλεξε ελληνικά προϊόντα στο σούπερ μάρκετ.
- Η καταναλώτρια διαμαρτυρήθηκε για την αυξημένη χρέωση στον λογαριασμό του ρεύματος.
- Ως καταναλώτρια μέσων ενημέρωσης, προσπαθεί να ελέγχει τις πηγές της.
- Η καταναλώτρια άσκησε το δικαίωμα επιστροφής για το ελαττωματικό προϊόν.
- Μία καταναλώτρια πολιτιστικών υπηρεσιών αγόρασε εισιτήριο για τη θεατρική παράσταση.