καταναγκασμός

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ενέργεια κατά την οποία ένα άτομο υφίσταται εξαναγκασμό να ενεργήσει ή να υπομείνει κάτι υπό πίεση, βία ή απειλή, με περιορισμό της ελευθερίας της βούλησης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η υπογραφή της δήλωσης έγινε υπό καταναγκασμό, γι' αυτό ζητεί ακύρωση στη δίκη.
  • Ο καταναγκασμός της εργασίας θεωρείται παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
  • Ο καταναγκασμός να πλένει τα χέρια της συνεχώς είναι σύμπτωμα της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής.
  • Πολλοί εργαζόμενοι λειτουργούν υπό καταναγκασμό λόγω φόβου απόλυσης.
  • Η κυβέρνηση χρησιμοποίησε καταναγκασμό για την επιβολή των περιορισμών.