καταλαμβάνω
ρήμα1. Καταλαμβάνω χώρο ή θέση, τοποθετούμενος σε σημείο ή έκταση και καλύπτοντας μέρος της επιφάνειας.
2. Καταλαμβάνω έναν τόπο, κτίριο ή περιοχή με σκοπό την κατάληψη ή την άσκηση ελέγχου πάνω σʼ αυτόν, είτε με διοικητικά είτε με στρατιωτικά μέσα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο σπίτι καταλαμβάνω ένα μικρό δωμάτιο.
- Στην εταιρεία καταλαμβάνω προσωρινά τη θέση του διευθυντή.
- Στην αναρρίχηση καταλαμβάνω την κορυφή του λόφου μαζί με την ομάδα μου.
- Με τις ανούσιες συζητήσεις καταλαμβάνω πολύ χρόνο.
- Στον διαγωνισμό καταλαμβάνω την πρώτη θέση.