καταλήγω
ρήμα1. Βρίσκομαι τελικά σε έναν συγκεκριμένο χώρο ή τόπο μετά από μετακίνηση, διαδρομή ή μεταβίβαση.
2. Καταλήγω σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα, κατάσταση ή θέση ως το τελικό στάδιο μίας διαδικασίας, εξέλιξης ή σειράς γεγονότων.
Συνώνυμα
συμπεραίνω εξάγω φτάνω απογίνομαι πέφτω καταντάω τελειώνω ολοκληρώνω οδηγούμαι καταφτάνω ξεψυχώ σβήνω καταντώνω αποφασίζω τυχαίνω συνάγω πεθαίνω αποθνήσκω κατασταλάζω οριστικοποιώ προσγειώνομαι μετατρέπομαι μεταπίπτω λήγω εκλείπω διαμορφώνομαι γίνομαι πετυχαίνω επιλέγω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συνήθως καταλήγω στο ίδιο καφέ κάθε Σάββατο.
- Μετά από πολλές συζητήσεις, καταλήγω ότι πρέπει να αλλάξουμε πλάνο.
- Όταν δεν οργανώνω καλά τον χρόνο μου, καταλήγω να δουλεύω μέχρι αργά.
- Από αυτό το μονοπάτι καταλήγω στην παλιά γέφυρα.
- Πάντα καταλήγω στο ίδιο συμπέρασμα, ακόμα κι αν αρχικά έχω διαφορετική άποψη.