κατάστημα
ουσιαστικό1. Χώρος ή εγκατάσταση όπου εκτίθενται και πωλούνται αγαθά ή παρέχονται υπηρεσίες στο κοινό.
2. Επιχείρηση ή επαγγελματική μονάδα που λειτουργεί σε συγκεκριμένη διεύθυνση ή χώρο, προσφέροντας προϊόντα ή υπηρεσίες.
Συνώνυμα
μαγαζί μαγαζάκι επιχείρηση εμπορείο αγορά υποκατάστημα παντοπωλείο μπακάλικο μανάβικο βιβλιοπωλείο μπουτίκ περίπτερο κιόσκι πάγκος στάντ πρατήριο κτίριο μάρκετ πρακτορείο αποθετήριο ατελιέ κτίσμα παράρτημα κτήριο σούπερμάρκετ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κατάστημα είναι ανοιχτό μέχρι τις εννιά το βράδυ.
- Άνοιξε νέο κατάστημα στο κέντρο της πόλης.
- Έκανα παραγγελία από το ηλεκτρονικό κατάστημα και ήρθε σε δύο μέρες.
- Τα καταστήματα της εταιρείας εφαρμόζουν την ίδια πολιτική επιστροφών.
- Η αστυνομία έκανε έλεγχο στο κατάστημα για παράβαση των κανόνων ασφάλειας.