κατάπληκτος
επίθετο1. Που αισθάνεται έντονη έκπληξη ή δέος εξαιτίας ενός απροσδόκητου, εντυπωσιακού ή αξιοσημείωτου γεγονότος, είδησης ή θέασης.
2. Που προκαλεί έντονη έκπληξη ή δέος σε άλλους λόγω της ιδιαιτερότητας, της σπανιότητας ή της εντυπωσιακής φύσης του.
Συνώνυμα
έκπληκτος εμβρόντητος άναυδος αποσβολωμένος συγκλονισμένος ξαφνιασμένος σοκαρισμένος σαστισμένος απορημένος παγωμένος μουδιασμένος εκστατικός θαμπωμένος εντυπωσιασμένος μάγεμένος άφωνος ζαλισμένος συντετριμμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν κατάπληκτος όταν έμαθε τα αποτελέσματα.
- Η Μαρία έμεινε κατάπληκτη από την απρόσμενη έκπληξη.
- Οι θεατές ήταν κατάπληκτοι με την παράσταση.
- Ο μικρός έμεινε κατάπληκτος μπροστά στο τεράστιο ενυδρείο.
- Είμαι κατάπληκτος με το πόσο γρήγορα λύθηκε το πρόβλημα.