καίω

ρήμα

1. Προκαλώ φωτιά ή ανάφλεξη σε υλικό, με αποτέλεσμα την καταστροφή ή την καύση του με φλόγες.

2. Υφίσταμαι καύση ή βρίσκομαι σε φωτιά, εκπέμποντας φλόγες, θερμότητα ή καπνό.

Συνώνυμα

κάψω εμπρηάζω πυρπολώ λαμπαδιάζω φλέγω φλογίζω ανάφτω κατακαίω πυροδοτώ σπαταλώ εγγράφω ανάβω καψαλίζω σιγοκαίω πυρώνω καταστρέφω καταναλώνω ξοδεύω γράφω ψήνω λαμπαδιάζομαι πυρπολώμαι καίγομαι καίρνω πυρακτώνω κατασπαταλώ

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα καίω κλαδιά στην αυλή.
  • Ο ήλιος καίει το δέρμα μου στην παραλία.
  • Το αυτοκίνητο καίει πολύ βενζίνη.
  • Η μουσική καίει την ψυχή μου σε κάθε συναυλία.
  • Με καίει που με αγνόησες.