ισχύς
ουσιαστικό1. Ιδιότητα φυσικών σωμάτων ή συστημάτων που εκδηλώνεται ως δυνατότητα πρόκλησης κίνησης, αλλαγής κατάστασης ή αντίστασης σε εξωτερικές επιδράσεις.
Συνώνυμα
δύναμη ιπποδύναμη εγκυρότητα σθένος ρώμη εξουσία κυριαρχία κύρος επιρροή κραταιότητα πυγμή όρμη κράτος διάρκεια υπεροχή ενέργεια δυναμικό αποτελεσματικότητα δραστικότητα τσαγανό βία δυνατότητα ένταση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ισχύς του κινητήρα μετριέται σε ίππους.
- Η ισχύς που καταναλώνει η συσκευή είναι 1000 W.
- Η ισχύς του νόμου λήγει στο τέλος του έτους.
- Η ισχύς του αθλητή φάνηκε στον αγώνα.
- Η ισχύς ενός κράτους εξαρτάται από την οικονομία και τη στρατιωτική του ικανότητα.