ινστιτούτο
ουσιαστικό1. Φορέας ή οργανισμός που ιδρύεται για τη συστηματική έρευνα, τη μελέτη, τη διδασκαλία ή την παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών σε συγκεκριμένο επιστημονικό, εκπαιδευτικό ή τεχνικό τομέα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ινστιτούτο δημοσίευσε νέα επιστημονική έρευνα.
- Έκανα αίτηση για υποτροφία στο ινστιτούτο ξένων γλωσσών.
- Κλείσαμε ραντεβού στο ινστιτούτο δερματολογίας για έλεγχο.
- Το ινστιτούτο τέχνης διοργάνωσε έκθεση σύγχρονης ζωγραφικής.
- Τα ινστιτούτα επαγγελματικής κατάρτισης προσφέρουν ειδικά σεμινάρια.