θορυβώδης
επίθετο1. Που παράγει ή προκαλεί έντονο, δυνατό ή συνεχόμενο ήχο που διαταράσσει την ησυχία.
2. Που χαρακτηρίζεται από πολλή φασαρία ή αναστάτωση λόγω πολλών ή δυνατών ήχων.
Συνώνυμα
θορυβικός φασαριόζος φασαριόζικος φασαριώδης πολυθόρυβος δυνατός ηχηρός εκκωφαντικός βροντώδης οχλαγωγικός οχληρός ενοχλητικός βουητός ταραχώδης εκρηκτικός κραυγαλέος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δρόμος ήταν θορυβώδης όλη τη νύχτα.
- Η τάξη ήταν θορυβώδης μετά το διάλειμμα.
- Ο κινητήρας του αυτοκινήτου έγινε θορυβώδης όταν χάλασε.
- Η εκδήλωση ήταν θορυβώδης και γεμάτη ζωντάνια.
- Ο γείτονας ήταν πολύ θορυβώδης το βράδυ και δεν με άφησε να κοιμηθώ.