ηρωικός
επίθετο1. Που χαρακτηρίζεται από γενναιότητα, θάρρος και προθυμία για αυτοθυσία μπροστά σε κίνδυνο ή σοβαρές δοκιμασίες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ηρωικός στρατιώτης έσωσε τους τραυματίες παρά τον κίνδυνο.
- Οι ηρωικοί πυροσβέστες έσβησαν τη φωτιά και απεγκλώβισαν τους κατοίκους.
- Η ηρωική αντίσταση της κοινότητας κράτησε για εβδομάδες.
- Έκανε μια ηρωική προσπάθεια να σώσει το έργο, αλλά τελικά απέτυχε.
- Ο πρωταγωνιστής απέδωσε τον ρόλο με ηρωικό πάθος.
- Η πράξη του θεωρήθηκε ηρωική, καθώς θυσίασε την ασφάλειά του για χάρη των άλλων.