ηπιότητα

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή χαρακτηριστικό του να είναι κάποιος ή κάτι ήπιος· απουσία σκληρότητας, αυστηρότητας ή σφοδρότητας στη συμπεριφορά, στον λόγο ή στις ενέργειες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ηπιότητα του κλίματος εδώ επιτρέπει καλλιέργειες όλο το χρόνο.
  • Μίλησε με ηπιότητα προς τα παιδιά για να τα καθησυχάσει.
  • Η ηπιότητα της ποινής έκπληξε όλους στο δικαστήριο.
  • Η ηπιότητα της γεύσης του κρασιού ήταν ευχάριστη.
  • Σε δύσκολες συζητήσεις, η ηπιότητα της έκφρασης αποφεύγει τις εντάσεις.