ζάλη

ουσιαστικό

1. Αίσθημα διαταραχής της ισορροπίας ή της χωρικής αντίληψης, με αίσθηση περιστροφής ή αστάθειας και συχνά συνοδεύεται από ναυτία, εφίδρωση ή θολή όραση.

Συνώνυμα

ίλιγγος ζαλάδα ζαλισμός ζαλούρα αστάθεια ανισορροπία θολούρα στροβιλισμός ναυτία λιποψυχία πλάκωμα σύγχυση αδυναμία μέθη

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ζάλη τον ανάγκασε να καθίσει.
  • Κατά το ταξίδι με το πλοίο ένιωσε ζάλη από την κίνηση.
  • Όταν κοίταξε κάτω από το ψηλό μπαλκόνι, του ήρθε ζάλη.
  • Η επιτυχία τον έκανε να νιώσει ζάλη από χαρά.
  • Μπροστά στις πολλές επιλογές ένιωσε ζάλη και δεν ήξερε τι να διαλέξει.