εχθρή
ουσιαστικόΓυναίκα που είναι εχθρική προς κάποιον ή βρίσκεται σε κατάσταση έχθρας, επιδιώκοντας ή προκαλώντας βλάβη, αντίθεση ή εχθρικές ενέργειες κατά των συμφερόντων του.
Συνώνυμα
εχθρός αντίπαλη αντίζηλη ανταγωνίστρια αντίπαλος αντίζηλος πολέμια πολέμιος ανταγωνιστική ανταγωνιστής κακιά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εχθρή της οικογένειας κατέστρεψε τις σχέσεις τους.
- Δεν πίστευα ότι η εχθρή μου θα με συγχώραγε ποτέ.
- Η εχθρή της μοίρας του στέρησε κάθε χαρά.
- Την θεωρούν εχθρή του κινήματος μετά τη διαρροή εγγράφων.
- Έγινε εχθρή εξαιτίας μιας παρεξήγησης και τώρα δεν μιλάνε.