εφευρετικότητα
ουσιαστικό1. Ικανότητα να επινοεί κανείς νέες, πρωτότυπες και λειτουργικές λύσεις, ιδέες ή μεθόδους, αξιοποιώντας φαντασία, γνώση και διαθέσιμους πόρους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ανικανότητα συμβατικότητα κοινότυπία απλοϊκότητα μονοτονία αδυναμία συντηρητισμός στερεοτυπία βλακεία
Παραδείγματα χρήσης
- Η εφευρετικότητα του μηχανικού έλυσε το τεχνικό πρόβλημα.
- Σε δύσκολες συνθήκες, η εφευρετικότητα σώζει συχνά ζωές.
- Ο καθηγητής επαίνεσε την εφευρετικότητα των μαθητών.
- Η εφευρετικότητα στην τέχνη εκφράζεται μέσα από πρωτότυπες φόρμες και ιδέες.
- Η ομάδα κέρδισε χάρη στην εφευρετικότητα της λύσης που πρότεινε.