ευρυθμία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα οργάνωσης σε αρμονικό, τακτικό και ισορροπημένο ρυθμό· ομαλή και ευχάριστη στη σειρά και στην αναλογία διάταξη των μερών ενός συνόλου.
Συνώνυμα
ρυθμικότητα ρυθμός αρμονία συμφωνία ομαλότητα κανονικότητα συντονισμός ευταξία αρμονικότητα τάξη συγχρονία ισορροπία συμμετρία μέτρο μετρικότητα συνέπεια συμβατότητα
Αντώνυμα
αρρυθμία δυσρυθμία αταξία ακαταστασία ασυμφωνία ασυντονισμός ανισορροπία παραφωνία διαταραχή απορρύθμιση αποδιοργάνωση δυσλειτουργία ασυνέπεια χάος αναρχία ανωμαλία παρατυπία
Παραδείγματα χρήσης
- Το ποίημα είχε τέλεια ευρυθμία, που έκανε την ανάγνωση απολαυστική.
- Οι χορευτές κινούνταν με απόλυτη ευρυθμία, συγχρονισμένοι σε κάθε βήμα.
- Κατά την εξέταση, ο καρδιολόγος διαπίστωσε ευρυθμία στο ηλεκτροκαρδιογράφημα.
- Το έργο προχώρησε με ευρυθμία χάρη στον καλό συντονισμό της ομάδας.
- Η ευρυθμία της ομιλίας του ενίσχυσε το κύρος και το μήνυμά του.