ευπαθής

επίθετο

1. Που παρουσιάζει μειωμένη ικανότητα να αντισταθεί σε βλάβες, ασθένειες ή εξωτερικές επιδράσεις και μπορεί εύκολα να υποστεί βλάβη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι ευπαθείς ηλικιωμένοι χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα κατά τους χειμερινούς μήνες.
  • Το φυτό είναι ευπαθές στους μύκητες και χρειάζεται προστατευτικά μέτρα.
  • Τα ευπαθή τρόφιμα πρέπει να διατηρούνται στο ψυγείο.
  • Οι ομάδες ευπαθείς χρειάζονται προτεραιότητα στους εμβολιασμούς.
  • Το λογισμικό κρίθηκε ευπαθές σε επιθέσεις και πρέπει να ενημερωθεί άμεσα.