ευδαίμων

επίθετο

1. Που βιώνει βαθιά και διαρκή ψυχική πληρότητα και εσωτερική γαλήνη, με ισορροπία και ικανοποίηση στις προσωπικές του σχέσεις και την εσωτερική του κατάσταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ευδαίμων ηλικιωμένος ένιωθε ότι είχε ζήσει μια πλήρη και ήρεμη ζωή.
  • Η ευδαίμων μητέρα ευχαριστούσε κάθε μέρα για την υγεία των παιδιών της.
  • Οι ευδαίμονες κάτοικοι της πόλης επωφελήθηκαν από την οικονομική ανάπτυξη.
  • Μετά τη συμφιλίωση, η Μαρία ένιωσε πραγματικά ευδαίμων και ήρεμη.
  • Στην αρχαία τραγωδία, ο ήρωας θεωρούνταν ευδαίμων όταν είχε τη χάρη των θεών.