εστιατόριο

ουσιαστικό

Τόπος ή επιχειρηματική μονάδα όπου προετοιμάζονται, σερβίρονται και καταναλώνονται φαγητά και ποτά, συνήθως με τραπεζοκαθίσματα και εξυπηρέτηση πελατών.

Συνώνυμα

ταβέρνα μαγειρείο μεζεδοπωλείο ουζερί τρατορία φαγείο φαγητοπωλείο οινοπωλείο καφενείο καπηλειό κουτούκι μπιστρό ταχυφαγείο φαστφουντάδικο σουβλατζίδικο οβελιστήριο ψησταριά μπυραρία μπαρ παμπ στέκι τραπεζαρία σπιτόσημο μαγαζί μπάρι καντίνα ταβερνάκι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το εστιατόριο είναι γεμάτο απόψε.
  • Θα κλείσουμε τραπέζι στο εστιατόριο κοντά στο μουσείο.
  • Το μενού του εστιατορίου αλλάζει κάθε εποχή.
  • Τα εστιατόρια της πόλης προσφέρουν ποικιλία επιλογών.
  • Το κριτικό περιοδικό βαθμολόγησε το εστιατόριο με τρία αστέρια.