ψησταριά
ουσιαστικόΧώρος ή κατάστημα όπου ψήνονται και προσφέρονται κυρίως κρέατα και άλλα φαγητά στη σχάρα ή στα κάρβουνα.
Συνώνυμα
ψητοπωλείο σουβλατζίδικο ψησταριάς ταβερνάκι ταβέρνα μπάρμπεκιου φούρνος εστιατόριο καπηλειό καφενείο μαγειρείο μεζεδοπωλείο
Αντώνυμα
άψητο ωμό βραστό
Παραδείγματα χρήσης
- Ψήσαμε τα κρέατα στην ψησταριά της αυλής.
- Η καινούργια ψησταριά λειτουργεί με κάρβουνο.
- Έστησαν μια μεγάλη ψησταριά για το γλέντι.
- Καθάρισε καλά την ψησταριά μετά το φαγητό.
- Στο μαγαζί έχουν μια επαγγελματική ψησταριά για τα κρέατα.