ερωτεύομαι
ρήμα1. Νιώθω έντονη συναισθηματική και σεξουαλική έλξη προς κάποιο πρόσωπο, με επιθυμία για στενή συντροφικότητα και οικειότητα.
2. Αναπτύσσω ρομαντικά και στοργικά αισθήματα που προκαλούν συνεχείς σκέψεις, ενδιαφέρον και επιδίωξη επαφής με το άτομο.
Συνώνυμα
ερωτοχτυπώ τρελαίνομαι αγαπώ λατρεύω κολλάω λιώνω παθιάζομαι σαγηνεύομαι αγαπάω συναρπάζομαι επιθυμώ συμπαθώ φλερτάρω ερωτοτροπώ φιλέω γοητεύομαι κολλώ λιώνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε φορά που τη βλέπω, ερωτεύομαι ξανά.
- Στην πρώτη ματιά, ερωτεύομαι χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω.
- Μετά από μήνες συζητήσεων, ερωτεύομαι όλο και περισσότερο την προσωπικότητά του.
- Στην πρώτη επίσκεψη στην πόλη, ερωτεύομαι το παλιό της κέντρο.
- Κάθε φορά που ακούω αυτή τη συμφωνία, ερωτεύομαι τη μελωδία.