επιφυλακή
ουσιαστικό1. Κατάσταση αυξημένης επαγρύπνησης και προσοχής, με στόχο την έγκαιρη ανίχνευση κινδύνων και την άμεση αντίδραση.
2. Υπηρεσία, βάρδια ή οργανωμένη διάταξη στην οποία άτομα ή μονάδες κρατούνται σε επιτήρηση και σε ετοιμότητα για ανάληψη δράσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αστυνομία τέθηκε σε επιφυλακή μετά την έκτακτη ειδοποίηση.
- Το νοσοκομείο κράτησε το προσωπικό σε επιφυλακή όλη τη νύχτα.
- Οι στρατιώτες παρέμειναν σε επιφυλακή κατά μήκος των συνόρων.
- Είμαι σε επιφυλακή αυτή την εβδομάδα για να απαντήσω σε επείγοντα περιστατικά.
- Μετά τις πλημμύρες, οι υπηρεσίες πολιτικής προστασίας μπήκαν σε επιφυλακή.