επιτίμηση

ουσιαστικό

1. Έκφραση δυσφορίας ή αποδοκιμασίας με λόγια προς κάποιον για συμπεριφορά ή πράξη που θεωρείται λανθασμένη ή ανεπιθύμητη.

2. Επίσημη ή τυπική παρατήρηση, προφορική ή γραπτή, που επιβάλλεται από αρμόδιο πρόσωπο ως μέτρο πειθαρχίας ή διόρθωσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διευθύντρια του σχολείου του επέβαλε επιτίμηση για την επαναλαμβανόμενη αργοπορία.
  • Ο πατέρας του του επέβαλε επιτίμηση όταν έμαθε ότι είχε σπάσει το ποτήρι.
  • Ο υπουργός δέχτηκε δημόσια επιτίμηση από την επιτροπή για τα λάθη στην έκθεση.
  • Στο πειθαρχικό συμβούλιο καταγράφηκε επιτίμηση στο μητρώο του υπαλλήλου.
  • Μετά την ανάρμοστη συμπεριφορά, υπέστη επιτίμηση από τους συναδέλφους του.