επιμελητής

ουσιαστικό

1. Άτομο που έχει την ευθύνη της σύνθεσης, φροντίδας και παρουσίασης εκθεμάτων ή συλλογών σε μουσείο, γκαλερί ή έκθεση, οργανώνοντας την ανάδειξη του υλικού και τη λειτουργία του χώρου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

συγγραφέας εκθέτης βάνδαλος καταστροφέας αποδιοργανωτής υπάλληλος παραβάτης

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο επιμελητής της έκθεσης επέλεξε τα έργα και οργάνωσε την παρουσίαση.
  • Ο επιμελητής του περιοδικού έλεγξε τα άρθρα πριν από την έκδοση.
  • Ο επιμελητής της βιβλιοθήκης συστηματοποίησε τις νέες προσθήκες.
  • Ο επιμελητής των αρχειακών συλλογών φρόντισε τη συντήρηση των εγγράφων.
  • Ο επιμελητής της τηλεοπτικής σειράς συντόνισε τη σκηνοθεσία και το μοντάζ.