επικρίνω
ρήμα1. Εκφράζω ή διατυπώνω αρνητική κρίση για πράξη, συμπεριφορά, έργο ή ιδέα, επισημαίνοντας λάθη, αδυναμίες ή ατέλειες.
2. Κάνω παρατηρήσεις ή σχολιάζω με σκοπό τη διόρθωση ή τη βελτίωση, αναφερόμενος στα σημεία που χρήζουν αλλαγής.
Συνώνυμα
κατακρίνω κατηγορώ κριτικάρω αποδοκιμάζω καταδικάζω ελέγχω μομφίζω επιπλήττω προσάπτω καυτηριάζω απαξιώνω κακολογώ αντιλέγω μέμφομαι κατακεραυνώνω κρίνω κράζω χλευάζω βρίζω επιτίθεμαι καταφέρομαι σχολιάζω σφυροκοπώ αντιτίθεμαι επιχειρηματολογώ καταγγέλλω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τον επικρίνω συχνά για την αδιαφορία του απέναντι στους συναδέλφους.
- Στο άρθρο μου επικρίνω τη μεθοδολογία της έρευνας και προτείνω εναλλακτικές.
- Δεν επικρίνω κάθε λάθος, τα περισσότερα είναι ευκαιρίες για μάθηση.
- Συχνά επικρίνω τον εαυτό μου για τις αποφάσεις που πήρα νεότερος.
- Δημόσια επικρίνω τις πολιτικές που βλάπτουν το περιβάλλον.