επικάλυμμα

ουσιαστικό

1. Στρώμα υλικού που καλύπτει την επιφάνεια ενός αντικειμένου ή κατασκευής, προσφέροντας προστασία, στεγανότητα, μόνωση ή διακοσμητικό αποτέλεσμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έβαλε το επικάλυμμα στον καναπέ για να τον προστατεύσει από τη σκόνη.
  • Το μέταλλο έχει ένα αντιδιαβρωτικό επικάλυμμα που το διατηρεί ακέραιο.
  • Το επικάλυμμα του εδάφους αποτελείται από φύλλα και άλλη οργανική ύλη.
  • Η οδοντίατρος τοποθέτησε ένα λεπτό επικάλυμμα στο σπασμένο δόντι.
  • Η πλακέτα κυκλωμάτων καλύφθηκε με μονωτικό επικάλυμμα πριν τη συναρμολόγηση.