κάπα

ουσιαστικό

1. Γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, δέκατο κατά σειρά, που συμβολίζει τον άηχο σύμφωνο ήχο /k/ και γράφεται Κ κεφαλαίο και κ πεζό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κάπα του ιππότη ήταν βαριά και μαύρη.
  • Φόρεσε την αδιάβροχη κάπα πριν βγει στη βροχή.
  • Οι ηθοποιοί φορούσαν κάπες στην παράσταση εποχής.
  • Ο συντελεστής κάπα χρησιμοποιείται για να εκτιμήσουμε τη συμφωνία μεταξύ των αξιολογητών.
  • Το γράμμα κάπα αντιστοιχεί στον ήχο /k/ και μοιάζει με το λατινικό k.