επιθεωρητής

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που διενεργεί επιθεώρηση, εξετάζει και ελέγχει χώρους, εγκαταστάσεις, υπηρεσίες ή εργασίες για την τήρηση κανόνων, προδιαγραφών και προτύπων, καταγράφοντας παρατηρήσεις και διαπιστώσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

επιθεωρούμενος ελεγχόμενος εξεταζόμενος ύποπτος κατηγορούμενος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο επιθεωρητής του υγειονομικού ελέγχου έκλεισε το εστιατόριο.
  • Ο επιθεωρητής της αστυνομίας κατέγραφε τα στοιχεία στη σκηνή του εγκλήματος.
  • Ο επιθεωρητής επισκέφθηκε το σχολείο για την αξιολόγηση των διδασκόντων.
  • Ο επιθεωρητής ποιότητας σταμάτησε τη γραμμή παραγωγής για έλεγχο.
  • Ο επιθεωρητής του τελωνείου εντόπισε κρυμμένα εμπορεύματα στο φορτίο.