επανέναρξη
ουσιαστικό1. Επανάληψη της έναρξης μιας ενέργειας ή διαδικασίας μετά από προσωρινή ή οριστική διακοπή.
2. Εκ νέου λειτουργία ή εκκίνηση συσκευής, προγράμματος ή υπηρεσίας.
3. Επαναλειτουργία καταστήματος, οργανισμού ή εκδήλωσης μετά από παύση.
Συνώνυμα
επανεκκίνηση επαναφορά επαναλειτουργία έναρξη εκκίνηση ρίσταρτ συνέχιση αναβίωση αποκατάσταση αναζωπύρωση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επανέναρξη των μαθημάτων θα γίνει την επόμενη Δευτέρα.
- Ανακοινώθηκε η επανέναρξη των διεθνών πτήσεων μετά τα περιοριστικά μέτρα.
- Κατά την επανέναρξη του συστήματος παρουσιάστηκε σφάλμα.
- Η επανέναρξη των συνομιλιών ανάμεσα στις ομάδες θεωρήθηκε θετική εξέλιξη.
- Μετά την ανακαίνιση, η επανέναρξη του θεάτρου προγραμματίστηκε για τον Σεπτέμβριο.
- Η ομαλή επανέναρξη της παραγωγής είναι κρίσιμη για την εταιρεία.