εξέχων
επίθετο1. Που προεξέχει από το επίπεδο μιας επιφάνειας ή προβάλλει προς τα έξω.
2. Που έχει ιδιαίτερη σημασία ή κύρος και διακρίνεται ως πιο σημαντικό, επιδραστικό ή αξιοσημείωτο σε σχέση με τα υπόλοιπα.
Συνώνυμα
επιφανής διακεκριμένος διαπρεπής προεξέχων αξιόλογος σημαντικός αξιοσημείωτος κορυφαίος υπερέχων πρωτοπόρος σπουδαίος επίλεκτος λαμπρός εξαιρετικός εξαίρετος επιβλητικός εμβληματικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εξέχων καθηγητής παρέδωσε διάλεξη για τις νέες θεωρίες.
- Ο εξέχων πολιτικός κέρδισε τις εντυπώσεις στη δημόσια συζήτηση.
- Ο εξέχων επιστήμονας συνέβαλε καθοριστικά στην ανακάλυψη.
- Ο εξέχων ρόλος στην παράστασή του χάρισε στον ηθοποιό διεθνή αναγνώριση.
- Ο εξέχων βράχος προεξείχε πάνω από το μονοπάτι και απαιτούσε προσοχή.